Τετάρτη, 30 Μαρτίου 2011

φαινόμενα ... πειρατείας

περιστατικά μανιάτικης πειρατείας από το Ποντίκι _ H πειρατεία στις ελληνικές θάλασσες εμφάνισε έξαρ­ση κατά τους δύο τελευταίους αιώνες της Τουρκοκρατίας. Σε αυτό συνέβαλε και ο ανταγωνισμός των Δυτικών δυνάμεων με την Ανατολή για τον έλεγχο των θαλάσσιων δρόμων που περνούσαν από το Αιγαίο. Η Βενετία, κατά τη διάρκεια της πολιορκίας του Χάνδακα από τους Τούρκους, είχε στρατολογήσει πειρατές για να αμυνθεί. Οι Ρώσοι, όταν κατέβηκαν στο Αιγαίο (18ος αιώνας), επάνδρωσαν τα πλοία τους με πειρατές από τη Μάνη, την Πρέβεζα και άλλες περιοχές. Ευρωπαίοι διπλωμάτες συναλλάσσονταν φανερά με τους πειρατές. Ο καθολικός κλήρος, οι Ιησουίτες και οι Καπουτσίνοι μοναχοί εμπλέκονταν συχνά στο κούρσος και λάμβαναν την πειρατική λεία ως προσφορά στην εκκλησία τους· ενταφίαζαν μάλιστα τους ομόθρησκους πειρατές στον περίβολο των ναών. Το ίδιο συνέ­βαινε και με τον ορθόδοξο κλήρο. Στη Μάνη η Θεία Λειτουργία διεξαγόταν με αντικείμενα που προέρχονταν από την πειρατεία – ιερά σκεύη, δισκοπότηρα κ.τ.λ. – ενώ οι ορθόδοξοι παπάδες συμμετείχαν μόνιμα στις διαδικασίες αρπαγής και διανομής του πειρατικού πλούτου. Εκείνη την εποχή η εκποίηση της πειρατικής λείας απέφερε τεράστια κέρδη και διατηρούσε σε υψηλά επίπεδα τις πειρατικές επιδρομές, εφόσον υπήρχαν ακόμα αγοραστές. Η Κίμωλος και η Μήλος ήταν νησιά όπου πραγματοποιούνταν τέτοιου είδους συναλλαγές· το ίδιο όμως συνέβαινε και αλλού. Το Αλγέρι τον 16οαιώνα είχε πληθυσμό εκατό χιλιάδες, που ζούσαν αποκλειστικά από την πειρατεία. Εκεί ήταν εγκατεστημένοι ακόμα και οι Ευρωπαίοι έμποροι που συναλλάσσονταν με τους ντόπιους πειρατές. Και οι Μανιάτες όμως είχαν ιδρύσει δική τους παροικία στο Αλγέρι, όπου ανέπτυξαν σημαντικές δραστηριότητες. Τα περιστατικά της μανιάτικης πειρατείας είναι πολυάριθμα και, φυσικά, δεν μπορούν παρά να αναφερθούν μόνο ορισμένα ενδεικτικά. Άλλωστε, η πειρατεία διεξαγόταν στο περιθώριο της κοινωνικής ζωής και σε συνθήκες παρανομίας. Οι πειρατές ήταν άνθρωποι της δράσης και δεν άφηναν πίσω τους γραπτά μνημεία. Ό,τι στοιχείο υπάρχει γι’ αυτούς, διασώθηκε από τις γραπτές καταγγελίες ιδιωτών για πειρατικές πράξεις ή προέρχεται από την αλληλογραφία των τοπικών αρχών προς την Υψηλή Πύλη και τη Δύση, όπου καταγγέλλονταν περιπτώσεις πειρατείας. Τα ιστοριογραφικά κενά καλύπτονται συχνά από τη λαϊκή παράδοση, τα δημοτικά τραγούδια, τα μοιρολόγια, τα ποιήματα που εξυμνούν κατορθώματα πειρατών αλλά και τις συμφορές που υπέστησαν οι κάτοικοι του Αιγαίου από τις επιδρομές τους. Θα αναφερθούμε σε ορισμένα από αυτά. Σύμφωνα με έρευνα του Γ.Β. Νικολάου στον ΙΖ΄ τόμο των «Λακωνικών σπουδών», τον Ιούνιο του 1776 έγινε πειρατεία στο στενό μεταξύ των Κυθήρων και της ανατολικής πλευράς της μανιάτικης χερσονήσου. Οι πειρατές είχαν επικεφαλής τον Κωνσταντή Κολοκοτρώνη, πατέρα του πρωτεργάτη της Επανάστασης του 1821 Θεόδωρο Κολοκοτρώνη. Το πλοίο τους ήταν γαλιότα με πλήρωμα ογδόντα Μανιάτες και Σφακιανούς και κατέλαβαν δύο βενετσιάνικα πλοία και το γαλλικό «Jean Baptiste», με φορτίο καπνού. Τα τρία πλοία οδηγήθηκαν στην Καρδαμύλη, που ήταν τότε έδρα του η­γεμόνα καπετάνιου Μιχαήλ Τρουπάκη. Ο πλοίαρχος και δύο ναύτες του γαλλικού πλοίου εστάλησαν στον πρόξενο της Γαλλίας, για να διαπραγματευτούν την καταβολή σαράντα χιλιάδων πιάστρων ως λύτρα για την απελευθέρωση των υπόλοιπων μελών του πληρώμα­τος και την επιστροφή του πλοίου και του φορτίου του. Σύμφωνα με έγγραφο που έστειλαν οι οθωμανικές αρχές από την Κορώνη στην Κωνσταντινούπολη, συνένοχος στην πειρατεία θεωρήθηκε και ο ηγεμόνας της περιοχής Μιχαήλ Τρουπάκης, καθώς ήταν ιδιοκτήτης της πειρατικής γαλιότας και την είχε πουλήσει εικονικά στον Κολοκοτρώνη, ο οποίος ασκούσε τότε πειρατεία. Το αντάλλαγμα γι’ αυτή τη διευκόλυνση ήταν βέβαια το ήμισυ των λύτρων που θα εισέπρατταν οι πειρατές από τους Γάλλους. Μετά την αδυναμία της οθωμανικής διοίκησης να διευθετήσει το όλο θέμα, οι Γάλλοι έστειλαν το πλοίο «Atalantis» να επιτεθεί στην Καρδαμύλη και στον πύργο του Τρουπάκη. Στόχος τους ήταν να εκφοβίσουν τους κατοίκους, ώστε οι τελευταίοι να τους παραδώσουν την πειρατική γαλιότα. Όμως, οι ετοιμοπόλεμοι Μανιάτες τους αντιμετώπισαν σθεναρά, και μετά τον τραυματισμό του κυβερνήτη και δύο ναυτών οι Γάλλοι αποχώρησαν άπραγοι. Σύμφωνα με άλλο υπόμνημα του Γάλλου εμπόρου Σοβέ, το 1817 ο Παναγιώτης Τρουπάκης, ο επονομαζόμενος Μούρτζινος, διοικούσε την καπετανία της Ανδρούβιστας με πρωτεύουσα την Καρδαμύλη. Ο πατέρας του τού είχε διαθέσει μια γαλιότα, με την οποία ασκούσε πειρατεία. Ο Μούρτζινος είχε καταλάβει κοντά στα Κύθηρα δύο εμπορικά πλοία, ένα γαλλικό και ένα βενετσιάνικο, τα οποία εξαγόρασε ο Σοβέ μαζί με τα πληρώματα καταβάλλοντας οκτώμισι χιλιάδες γρόσια. Ο πατέρας του Μούρτζινου, Μιχαήλ Τρουπάκης, είχε εκλεγεί παλαιότερα μπέης της Μάνης. Επειδή όμως ασκούσε πειρατεία αλλά και παρείχε άσυλο στους κλεφτοκαπεταναίους, οι οποίοι απ’ την Καρδαμύλη λεηλατούσαν τους Τούρκους της Μεσσηνίας, συνελήφθη και κρεμάστηκε από το κατάρτι της ναυαρχίδας του Τούρκου αρχιναύαρχου στη Μυτιλήνη. Σύμφωνα με την Αλεξάνδρα Κραντονέλλη, το 1801 οι προεστοί της Ύδρας μήνυσαν στον διερμηνέα του οθωμανικού στόλου ότι δύο μανιάτικες τράτες κούρσευαν έξω από την Ύδρα. Στις 4 Φεβρου­αρίου 1803, ο Γεώργιος Βούλγαρης ανήγγειλε από την Ύδρα στους προεστούς των νησιών του αρχιπελάγους ότι έλαβε διαταγή από τον Τούρκο αρχιναύαρχο να καταδιώξει τον πειρατή Λωβό και άλλους Μανιάτες πειρατές. Γι’ αυτόν τον σκοπό, έστειλε τον μπας ρεΐζη των Υδραίων καπετάν Γιάννη Καραντάνη με μια τράτα αρματωμένη με δύο κανόνια και είκοσι παλικάρια για να συλλάβουν τους Μανιάτες. Ο ίδιος ο Βούλγαρης αναχώρησε από την Ύδρα με μια γαλιότα, με στόχο να αιχμαλωτίσει τους κλέφτες και να τακτοποιήσει την κατάσταση στη Μάνη. Δηλαδή, να διχάσει τους Μανιάτες και να συλλάβει τον μπέη Παναγιώτη Κουμουνδουράκη, ο οποίος υπέθαλπτε την πειρατεία, παρείχε άσυλο στους πειρατές και διατηρούσε οργανωμένο δίκτυο πληροφοριών και κλεπταποδόχων. Σε άλλο περιστατικό, μερικοί Μανιάτες σε επιδρομή στη Σχοινούσσα αιχμαλώτισαν μια βάρκα με το πλήρωμά της και την οικογένεια του Γεωργάκη Μπαρδάκα, σούδιτου Ρώσου, ενώ ετοιμαζόταν να αναχωρήσει για τη Νάξο. Οι πει­ρατές ξεγύμνωσαν τον Μπαρδάκα και τη συντροφιά του, που κατέ­φυγαν στις προξενικές αρχές της Νάξου και κατήγγειλαν τα εξής: «Ναξία 1816, Απρίλιος 2 Ε.Ν. ημέρα Τρίτη επαρουσιάσθηκαν εις την Καντζελλαρίαν του Κονσολάρου του Αυτοκρατορικού των πασών Ρουσιών εις Ναξία οι κάτωθεν υπογεγραμμένοι Λάμπρος Ρεΐζης, Νεονής, Ιωβάνης, Ρώσος και Κωνσταντής Μεσμελής οι οποίοι με το να εφέρθησαν με την βάρκαν τους εις το νησάκι ονομαζόμενον Σκοινούσαν, από κάτω από την Ναξίαν διά να πάρουσι και να φέρουσι εδώ εις το πόρτο τον σινιόρ Γεωργάκη Μπαρδάκα, σούδιτον Ρούσσον με την μητέρα του και σύζυγόν του, εκεί είδανε εις τας ένδεκα του Φλεβάρη απερασμένους και επλάκωσαν εις εκείνο το νησί ένα καΐκι κλέπτικο καραβοκυρεμένο από ένα Κρανιδιώτη ονόματι Σανόπουλο του Σταμάτη Λέκα και οι λοιποί όλοι σύντροφοί του ήτονε Μανιάτες και εξεγύμωσαν τον άνωθεν σινιόρ Γεωργάκη Μπαρδάκα με την συντροφία του εις τρόπον οπού τον άφησαν με τον μοναχό πουκάμισο επειδή και ευρίσκονταν εις την στεριάν εκεί που αράξανε το καράβι όπου ήταν μπαρκάδο του Καπετάν Ιακουμάκη Λάμπρο Σαντορινιός και αφού τους εξεγύμνωσαν τους έβαλαν εις το καΐκι των άνωθεν γεμιτζήδων με τα μοναχά τους κορμιά και ήλθανε εις την Χώραν της Ναξίας. …» Όμως, και η λαϊκή παράδοση κατέγραψε πειρατικές επιθέσεις των Μανιατών. Όπως αφηγείται ο Γεώργιος Ι. Τζαννετής, εκπαι­δευτικός από τον Καλόξυλο Νά­ξου, «κάποτε, ένας πειρατής από τη Μάνη βγήκε στη Σχοινούσσα για πειρατεία. Διάλεξε λοιπόν να ληστέψει την εκκλησία Παναγία η Ακαθή. Την ώρα της ληστείας όμως ο κουρσάρος βλέποντας την εικόνα της Παναγίας να τον κοιτάζει συνεχώς, νόμισε πως τον παρακολουθούσε. Νευρίασε λοι­πόν, έβγαλε την κουμπούρα του και πυροβόλησε την εικόνα καταστρέφοντάς την. Μετά πήρε τη λεία του και κατέβηκε για να φύ­γει. Αλλά στον δρόμο γλίστρησε, γκρεμίστηκε πλάι σε μια σπηλιά και σκοτώθηκε. Από τότε, η σπη­λιά αυτή πήρε τ’ όνομα “Η σπηλιά του Μανιάτη”». Περίφημο υπήρξε το περιστα­τικό με πρωταγωνιστή τον λόρδο Βύρωνα: κατά τη διάρκεια μιας εκδρομής στο Σούνιο, εντόπισε στις σπηλιές κάτω από τον Ναό του Ποσειδώνα είκοσι Μανιάτες πειρατές που είχαν αιχμαλωτίσει μερικούς Έλληνες. Όταν οι πειρα­τές συνειδητοποίησαν ότι ένας λόρδος βρισκόταν στον λόφο, ετοιμάστηκαν να επιτεθούν για να τον αρπάξουν, με σκοπό να ζη­τήσουν λύτρα. Τελικά όμως η πά­νοπλη συνοδεία του ποιητή τούς αποθάρρυνε. Τέλος, πάλι από την Αλεξάνδρα Κραντονέλλη πληροφορούμαστε ότι στις 7 Ιουνίου 1810 ο ιερομό­ναχος Σταυριανός Λεβούμης έ­πεσε θύμα Μανιατών πειρατών έξω από τον Κάβο Μαλιά. Στις 16 Ιουλίου του ίδιου έτους μερικοί Υδραίοι εξόπλισαν και επάνδρω­σαν μια τράτα για να καταδιώξουν τους Μανιάτες πειρατές που λε­ηλατούσαν πλοία στα νερά του Ευβοϊκού Κόλπου, της Τζιας, της Άνδρου, του Τρικερίου και της Σάμου. Το βιβλίο της Αλεξάνδρας Κραντονέλλη «Ελληνική πειρατεία και κούρσος» περιέχει μεγάλο α­ριθμό ανάλογων γεγονότων. Αν όμως αυτή ήταν η αρπακτική όψη της μανιάτικης πειρατείας, υ­πήρχε πάντα και η άλλη πλευρά. Ο Κωνσταντίνος Ράδιος στο διήγημά του «Κακαβούλια» αναφέρεται σε ένα περιστατικό που έλαβε χώρα στο Πόρτο Κάγιο. Όπως γράφει, οι κάτοικοι της Μέσα Μάνης υπέφε­ραν από λοιμό που είχε προκληθεί από την ανομβρία και την έλλειψη γονιμότητας της γης. Οι γέροι και τα παιδιά είχαν αρχίσει να πεθαί­νουν από την πείνα· οι κάτοικοι εί­χαν φτάσει στα όρια της απόγνω­σης. Η μόνη τους ελπίδα ήταν να εμφανιστεί ένα καράβι στα νερά της Μάνης για να το κουρσέψουν. Πράγματι, κάποια στιγμή ένα ξέ­νο πλοίο παρουσιάστηκε και οι Μανιάτες πανηγύρισαν. Χωρίς να χάσουν καιρό, το κατέλαβαν με γιουρούσι – μέσα όμως βρή­καν ανθρώπους πολύ πιο εξαθλι­ωμένους από τους ίδιους. Ήταν πρόσφυγες από έναν πόλεμο της δυτικής Ευρώπης. Λαβωμένοι, άρρωστοι, ταλαιπωρημένοι απ’ τις κακουχίες και την πείνα, είχαν αρχίσει να αργοπεθαίνουν. Οι Μα­νιάτες αποφάσισαν να τους περι­θάλψουν. Ρυμούλκησαν το πλοίο τους στη στεριά και τους πρόσφε­ραν άσυλο και τροφή, παρόλη την πείνα και τη φτώχεια τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια: